Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Δημοσιογραφία και πολιτική: Οι περιπέτειες της εφημερίδας «Ο Βρεττανικός Αστήρ (1860-1862)»

Αναδημοσίευση του άρθρου της Β. Χατζηγεωργίου-Χασιώτη στο βιβλίο “Μνήμη Γ.Π. Σαββίδη – Θέματα Νεοελληνικής Φιλολογίας”

 
Στις 9 Ιουλίου 1860 κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το πρώτο φύλλο της εβδομαδιαίας 24σέλιδης ελληνικής «πολιτικής, δικαστικής, εμπορικής, φιλολογικής, ποικίλης και μετά εικονογραφιών» εφημερίδας «Ο Βρεττανικός Αστήρ». Εκδότης και βασικός συντάκτης της ο Στέφανος Ξένος (1821-1894), γνωστός συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων. Η έκδοση του Βρεττανικού Αστέρος, προπάντων κατά την πρώτη,  την αγγλική περίοδο της κυκλοφορίας του (δηλαδή από  το 1860 ως το 1862), αποτέλεσε αναμφισβήτητα σταθμό στην ιστορία του ελληνικού τύπου, τόσο από την άποψη του περιεχομένου του όσο και από την άποψη της  ποιότητας  της εκτύπωσής του. Στις στήλες  του Βρεττανικού Αστέρος ο Ξένος παρουσίασε ένα πλουσιότατο και εντυπωσιακά εικονογραφημένο ειδησεογραφικό και εγκυκλοπαιδικό υλικό για ποικίλα θέματα και γεγονότα της εποχής του. Το μεγαλύτερο μέρος του υλικού αυτού (συμπεριλαμβανομένου και του εικονογραφικού), το σταχυολογούσε από βρετανικές κυρίως εφημερίδες και περιοδικά, προσαρμόζοντάς το όμως ως ένα βαθμό στα ενδιαφέροντα και στις ανάγκες των Ελλήνων αναγνωστών. Ένα σημαντικό πάντως τμήμα των δημοσιευμένων κειμένων -κυρίως η σχολιασμένη αρθρογραφία για ζητήματα της Ελλάδας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και γενικότερα της Νοτιοανατολικής, Ευρώπης- γράφτηκε από τον Ξένο. Στον ίδιο ανήκαν και τα παρουσιαζόμενα σε συνέχειες ιστορικά κείμενα και αφηγήματα (όπως π.χ. τα πεζογραφήματα Ο Έλλην πειρατής, ο Αντώνιος Μελιδώρης και ο Αλή πασσάς. Τέλος, μερικές συνεργασίες ανήκαν σε άλλους Έλληνες τακτικούς ανταποκριτές του Βρεττανικού Αστέρος ή και σε περιστασιακούς συνεργάτες του.
Η εφημερίδα εμφανιζόταν να τυπώνεται σε ιδιαίτερο ελληνικό τυπογραφείο του Λονδίνου (Ελληνικόν Τυπογραφείον του «Βρεττανικού Αστέρος», 33 Brompton Square), με διευθυντή τον L. Roussin. O Louis Roussin είχε αναλάβει τη διεύθυνση της εφημερίδας με βάση ειδικό συμφωνητικό, που είχε υπογράψει με τον Ξένο στο Λονδίνο στις 19 Ιανουαρίου 1860. Αλλά, όπως φαίνεται από την πάγια, υποχρεωτική καταχώριση στο κάτω άκρο της τελευταίας σελίδας της εφημερίδας, Ο Βρεττανικός Αστήρ εκτυπωνόταν ως τις 3 Νοεμβρίου 1860, στις εγκαταστάσεις του Joseph Clayton (17, Bouverie Street, in the Precinct of Whitefriars) με εκδότη (publisher) αρχικά τον Ebenezer Landells και, από τον Οκτώβριο του 1860, τον Charles Bradberry. Πάντως, εκτός από τον Roussin και τους τυπογράφους αυτούς, ο Ξένος χρησιμοποίησε και άλλους συνεργάτες (στοιχειοθέτες, μεταφραστές και χαράκτες), από τους οποίους άλλους προσέλαβε στην Αγγλία και άλλους έφερε ειδικά για την εφημερίδα του από την Ελλάδα.
Ο ασθενής νέος: μία από τις πανέμορφες ξυλογραφίες του «Βρεττανικού Αστέρος»
Σύμφωνα με την αγγελία που κυκλοφόρησε στα ελληνικά και αγγλικά λίγους μήνες πριν από την έκδοση του Βρεττανικού Αστέρος και το προλογικό άρθρο του εκδότη στο πρώτο τεύχος του, η έκδοση απέβλεπε κυρίως σε δύο στόχους: Από το ένα μέρος, στην ενημέρωση της ελληνικής κοινωνίας για τις επιτεύξεις των δυτικών ανεπτυγμένων κρατών και συνεπώς και στον εξευρωπαϊσμό της και, από το άλλο, στην προβολή «των εθνικών συμφερόντων» της Ελλάδας στο αγγλικό κοινό: «…Ήτον επάναγκες», γράφει με την ιδιόμορφη φρασεολογία του στο κύριο άρθρο του πρώτου φύλλου του Βρεττανικού Αστέρος, «να καθιδρυθή εν τω κέντρω της Ευρώπης όργανόν τι, το οποίον ως έμφρων διερμηνεύς εξ ενός να μεταδίδη […] τα γεγονότα της ημέρας, τα φώτα και τας τελειοποιήσεις της σοφής Ευρώπης, και ως ειλικρινής αντιπρόσωπος εξάλλου ν΄ αγορεύη αείποτε υπέρ των συμφερόντων ημών (των Ελλήνων) προς τους  διέποντας ήδη την τύχην των Εθνών». 
Καθόλκη λέμβου εις τα ανατολικά παράλια της Αγγλίας εν ώρα χειμώνος
Ο δεύτερος στόχος δεν φαίνεται να καλύφθηκε με επάρκεια: Παρά τους ισχυρισμούς του εκδότη, ότι ο Βρεττανικός Αστήρ «ήρξατο να λαμβάνη υποδοχήν εις το Αγγλικόν κοινόν και να κυκλοφορή μεταξύ των λογίων του (βρετανικού) έθνους», η εφημερίδα απευθυνόταν κυρίως σε Έλληνες συνδρομητές που έμεναν στην Αγγλία, την Ελλάδα, την τουρκοκρατούμενη Ανατολή και τις ελληνικές παροικίες της Διασποράς. Γι’ αυτό άλλωστε και η προβολή των ελληνικών ζητημάτων από τον Ξένο στην αγγλική κοινή γνώμη γινόταν –όταν γινόταν- μέσω των αγγλόφωνων δημοσιευμάτων του, κυρίως, μέσω της αρθρογραφίας του στον βρετανικό τύπο. Ουσιαστικά λοιπόν ο Βρεττανικός Αστήρ απέβλεπε στην ικανοποίηση μίας έμμονης και φιλόδοξης ιδέας του Ξένου: να αναδειχθεί σε ένθερμο συνήγορο στον ελληνικό κόσμο των επιτευγμάτων των σύγχρονων κρατών της Δύσης και ιδιαίτερα της Μεγάλης Βρετανίας, στους τομείς των πολιτικών και κοινωνικών θεσμών, του εμπορίου και της οικονομίας, της βιομηχανίας, της τεχνολογίας και του πολιτισμού. Ο Ξένος πίστευε ότι με την εξοικείωση των Ελλήνων με τους θεσμούς των δυτικών κοινωνιών θα εξασφαλιζόταν και για την Ελλάδα ο ελεύθερος κοινοβουλευτικός βίος, η κοινωνική πρόοδος, η οικονομική άνοδος, αλλά και η πραγματοποίηση των αλυτρωτικών της στόχων. «Ότε κατά το πρώτον  […] ήλθον εις Λονδίνον – αναφέρει ο ίδιος- και ότε ήρχισα να εννοώ την Αγγλικήν, το μεγαλείον του Αγγλικού τύπου ήτο το υπέρ παν άλλο διεγείραν τον θαυμασμόν μου. Τότε […] συνέλαβον την ιδέαν ότι, αν ηδυνάμην να εγκαθιδρύσω και γώ εφημερίδα αντιγράφουσαν τας Κυβερνήσεις της Εσπερίας Ευρώπης, τας ελευθερίας, τους νόμους, την επιτομήν τέλος του πολιτισμού, αποπέμπων αυτήν προς τους εν τη Ανατολή αδελφούς μας, […] αν, λέγω, ηδυνάμην να κατορθώσω τοιούτον όργανον ενταύθα, όπου και μόνον υπάρχουν αι ύλαι της κατασκευής του, είμαι βέβαιος ότι ήθελον τότε διοχετεύσει παρ’ ήμιν όλα εκείνα τα προσόντα δι’ ων οι Άγγλοι ανέδειξαν την Αγγλίαν οποία σήμερον είναι».
Μαρασμός: ρομαντική γκραβούρα στον «Βρεττανικό Αστήρ»
 Κύριο εμπόδιο προς την εξέλιξη αυτή θεωρούσε ο Ξένος τον βασιλιά Όθωνα και το αυταρχικό πολιτικό σύστημα που αυτός εκπροσωπούσε. Η περιπέτεια μάλιστα του πατέρα του Θεοδώρου Ξένου, που είχε απολυθεί το 1856 από τη θέση του προξένου της Ελλάδας στη Σμύρνη, επειδή είχε κατηγορηθεί από ανώτατους κυβερνητικούς αξιωματούχους της Αθήνας για παραχαράξεις νομισμάτων, προσέδωσε οικογενειακό και προσωπικό χαρακτήρα στην αντίθεσή του με το οθωνικό καθεστώς. Η κριτική πάντως του Ξένου συνδεόταν και με τον γενικότερο αντιμοναρχικό αγώνα, που είχε αρχίσει στην Ελλάδα στις αρχές του 1859 (με αφορμή τη φυλάκιση του ποιητή του Περιπλανωμένου, Αλεξάνδρου Σούτσου), γενικεύτηκε κατά τα δύο επόμενα χρόνια με αλλεπάλληλες αντικαθεστωτικές κινήσεις, συνωμοσίες και αιματηρές εξεγέρσεις, και έληξε με την τελική έξωση του Όθωνα τον Οκτώβριο του 1862. Στο κλίμα αυτό ανήκουν πρώτα το ιδιότυπο δίτομο έργο του Ξένου Η κιβδηλεία (που εκδόθηκε το 1859) και κυρίως, η αντιοθωνική του αρθρογραφία (ανώνυμη πάντοτε) στον Βρεττανικό Αστέρα.
Η αντιπολιτευτική του Ξένου δεν ακολούθησε ευθύγραμμη πορεία: Άρχισε με έμμεση ή προσεκτική κριτική του «συστήματος», όπως αποκαλούνταν τότε η οθωνική διακυβέρνηση, συνεχίστηκε με άμεσες κατηγορίες εναντίον του Όθωνα, πέρασε σε μετριοπαθείς και πάλι παραινέσεις προς τις βασιλικές κυβερνήσεις (την «Καμαρίλλα»), για να καταλήξει σε απροκάλυπτες πια επιθέσεις εναντίον του Βαυαρού μονάρχη, του οποίου ζητούσε ή την παραίτηση ή την έξωση. Η κριτική του Ξένου επικεντρωνόταν σε τέσσερα ζητήματα, τα οποία εξάλλου αποτελούσαν ήδη στην Ελλάδα τους βασικούς άξονες γύρω από τους οποίους κινούταν ο συνολικός αντιδυναστικός αγώνας. Στην ουσιαστική έλλειψη συνταγματικών ελευθεριών, στο πρόβλημα της διαδοχής του άκληρου ΄Οθωνα, στην πεισματική του άρνηση να επιτρέψει τη συγκρότηση εθνοφυλακής και στην απομάκρυνση της χώρας από τις δύο δυτικές «προστάτιδες Δυνάμεις», τη Γαλλία και, κυρίως, την Αγγλία. «Τίς έστιν», γράφει στις 30 Αυγούστου 1860 (σε ένα από τα πρώτα του αντιδυναστικά άρθρα), «η Κυβέρνησις της Ελλάδος και το Σύνταγμά της; Ουδείς άλλος ει μη η Αυτού Μεγαλειότης ο Σεβαστός ημών βασιλεύς Όθων […] Η ελληνική κυβέρνησις […] κατέστρεψε και εμηδένισε εις Γαλλίαν και Αγγλίαν την υπόληψιν και το όνομα της Ελλάδος, όπερ διά τόσων θυσιών οι Σατωβριάνοι, Φαβιέροι, Βύρωνες, Άστιγγες, Αμιλτώνες, Στανώπαι, Τρελώναι και Κορδιγκτώνες είχον σχηματίσει […], Η εθνοφυλακή και η διαδοχή, μέριμναι αδιάκοποι παντός αληθούς Έλληνος σήμερον, είναι η μόνη μέριμνα και το μόνον καταθύμιον του Βρεττανικού Αστέρος. Ήθελεν είσθαι η μεγαλειτέρα προδοσία των καθηκόντων μας να σιωπήσωμεν εις τοιαύτην κρίσιν, εις ην έφθασαν τα Ελληνικά πράγματα, όταν μάλιστα οι άλλοι ένεκα του Μενδρεσέ και Γκαρμπολά [εννοεί τις φυλακές, όπου στέλνονταν οι αντιπολιτευόμενοι τον Όθωνα] είναι αναγκασμένοι να σιωπώσιν ήθελεν είσθαι ανάξιον του Βρεττανικού Αστέρος, καθ΄ ην ώραν άλλα έθνη ελευθερούνται [εννοεί την ενοποίηση της Ιταλίας]  ημείς να σιωπήσωμεν την οσημέραι βαβαρικήν υποδούλωσιν  του Συντάγματος της  Ελλάδος».
Κιρκάσσια οικογένεια: άλλο ένα τυπογραφικό κόσμημα της εφημερίδας
Η τολμηρή πολιτική αρθρογραφία του Βρεττανικού Αστέρος έγινε αμέσως γνωστή στην Ελλάδα, σ΄αυτό συντέλεσαν και οι αθηναϊκές εφημερίδες. Στις 31 Αυγούστου/12 Μαρτίου ο Αιών, που πρωτοστατούσε στην αντιοθωνική αντιπολίτευση, πρόβαλε με εγκωμιαστικά σχόλια το περιεχόμενο του άρθρου του Ξένου της 20ής Αυγούστου. Λίγες μέρες αργότερα η Ελπίς αποδοκίμασε τη σκληρή αντιδυναστική στάση του Βρεττανικού Αστέρος, προκαλώντας όμως νέα συνηγορία του Αιώνος. Από την πλευρά του ο Ξένος, προφανώς ενθαρρυμένος από την απήχηση των άρθρων του στην ελληνική πρωτεύουσα, επανήλθε δριμύτερος και, παίρνοντας αφορμή από τις διώξεις τεσσάρων δημοσιογράφων στην Αθήνα, προχώρησε ακόμα περισσότερο, καλώντας έμμεσα τους Έλληνες -με άρθρο του της 20ής Σεπτεμβρίου 1860- σε εξέγερση εναντίον της οθωνικής εξουσίας, του «συστήματος»: «Εάν λοιπόν παραδεχθώμεν», γράφει, «[…] ότι βάσκανος Μοίρα έθεσεν τον Έλληνα και την Κυβέρνησίν του εις ασυμβίβαστον αντίφασιν, αν παραδεχθώμεν ότι πολίται Έλληνες έσωσαν κατά καιρούς την Ελλάδα, οσάκις η Κυβέρνησίς της την ώθει προς τον κρημνόν, αν παραδεχθώμεν ότι οσάκις εις την Ελλάδα ανεφάνη Πεισίστρατός τις, πάντοτε ευρέθησαν Αρμόδιοι δι΄ αυτόν δέκα, το ζήτημα απλοποιηθέν άγεται εις το επόμενον: ότι οι Έλληνες, οι εντός και εκτός της Ελλάδος Έλληνες, πρέπει και αύθις, και ίσως διά τελευταίαν φοράν, να φροντίσωσι περί του μέλλοντος της Πατρίδος […].΄Εφθασεν η ώρα καθ΄ ην οι ΄Ελληνες οφείλουν να θεραπεύσουν μόνοι των το κακόν […]».
Στα άρθρα και σχόλια που ακολούθησαν η εφημερίδα δε σταμάτησε να κατηγορεί τους συνεργάτες του Βαυαρού μονάρχη για τη φαλκίδευση του Συντάγματος, την άρνησή τους να συστήσουν την πολυσυζητημένη εθνοφυλακή και, κυρίως, τις συνεχείς διώξεις φιλελεύθερων δημοσιογράφων και λογοτεχνών. Παρ΄ όλα αυτά, στα φύλλα που κυκλοφόρησαν στα τέλη του 1860 και στους πρώτους μήνες του 1861 είναι φανερή η μείωση –σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο- του αριθμού και κυρίως της οξύτητας των αντιπολιτευτικών άρθρων του Ξένου, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το πρόσωπο του Όθωνα.
Στην εξέλιξη αυτή συντέλεσαν, νομίζω, οι εξής παράγοντες: Η πτώση καταρχήν, για αρκετά μεγάλο διάστημα, του αντιδυναστικού πυρετού στην Ελλάδα μετά τη διάλυση της Βουλής, το Νοέμβριο του 1860, και την προκήρυξη εκλογών. Η κατάσταση άλλαξε βέβαια μετά τις νέες αντιπαραθέσεις που σημειώθηκαν κατά την προεκλογική περίοδο: Η νοθεία, η βία και η φοβία που επικράτησαν κατά τις εκλογές εκείνες –που, ας σημειωθεί, κράτησαν από το Δεκέμβριο του 1860 ως τον Μάρτιο του επόμενου χρόνου αναδεικνύοντας και πάλι «νικήτρια» τη φιλοβασιλική παράταξη–  προκάλεσαν έξαρση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στους φιλοβασιλικούς και τους συνταγματικούς και, όπως ήταν επόμενο, και την επανεμφάνιση της σκληρής αρθρογραφίας του Ξένου εναντίον του Όθωνα: «[…] Ερωτώμεν», γράφει στις 13 Μαρτίου 1861, «ποίος αληθής Έλλην, ποίος το ελάχιστον αγαπών την πατρίδα […] δεν είναι πεπεισμένος την σήμερον […] ότι η αθλία κατάστασίς της, το σφαγιασθέν μέλλον της, η μηδενισθείσα εις την Ευρώπην νέα ιστορία της, το ζωντανόν ναυάγιόν μας χρεωστούνται εις μόνον τον ηγεμόνα της Ελλάδος, εις τον ΄Οθωνα;» Άλλος ένας λόγος ήταν, κατά τη γνώμη μου, οι αντιδράσεις που σημειώθηκαν μεταξύ των συνδρομητών του Βρεττανικού Αστέρος για την οξύτητα των επιθέσεών του  εναντίον του βασιλιά (κυρίως στην ελληνική παροικία του Manchester και στη Βραϊλα της Ρουμανίας). Παρά τα ειρωνικά σχόλια του Ξένου για την έκταση των αντιδράσεων αυτών (τις οποίες μάλιστα απέδιδε σε πληρωμένη προπαγάνδα της ελληνικής κυβέρνησης), οι δημοσιευόμενες σχετικές επιστολές αναγνωστών στον Βρεττανικό Αστέρα δείχνουν ότι το ζήτημα δεν ήταν τόσο αμελητέο όσο εμφανιζόταν στις στήλες του. Οι δυσκολίες εξάλλου που άρχισε να αντιμετωπίζει η κυκλοφορία της εφημερίδας στην Ελλάδα, εξαιτίας των αντιδράσεων των ελληνικών αρχών, έπαιξαν και αυτές το ρόλο τους. Στις αρχές Οκτωβρίου 1860 π.χ. κατασχέθηκαν, με εντολή του εισαγγελέα, τα φύλλα που είχαν σταλεί στον Πειραιά, αφού όμως η εφημερίδα είχε κυκλοφορήσει στην Αθήνα. Μερικές μέρες αργότερα σημειώθηκε στην Αθήνα νέα κατάσχεση όλων των φύλλων της εφημερίδας. Το γεγονός αυτό ανάγκασε πια τον Ξένο να απευθυνθεί, ως Βρετανός υπήκοος, στις 5 Νοεμβρίου στον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών λόρδο John Russel (1792-1878), ζητώντας την παρέμβασή του για την ελεύθερη διακίνηση στην Ελλάδα ενός νόμιμα κατοχυρωμένου βρετανικού εντύπου. Ακολούθησαν και άλλες κατασχέσεις στον επόμενο χρόνο, αλλά και διώξεις του αντιπροσώπου της εφημερίδας στην Αθήνα και τον Πειραιά, γεγονός που ανάγκασε τον Ξένο να στέλνει τον Βρεττανικό Αστέρα στην Ελλάδα κρυφά, άλλοτε σε φακέλους επιστολών με την κανονική αλληλογραφία και άλλοτε λαθραία, μέσω Παρισιού, Μάλτας ή Κωνσταντινούπολης.
Διαφημίσεις οπισθόφυλλου: η αλοιφή του Holloway και τα βοτανικά σκευάσματα Rowland.
Το φάσμα των διώξεων αυτών και των ζημιών, που αυτές προκαλούσαν στον εκδότη του, τον ανάγκασαν να καθιερώσει από τις αρχές Ιουλίου του 1861 την ταυτόχρονη έκδοση, αλλά σε ένθετα φυλλάδια στην κύρια εφημερίδα και με χωριστή σελιδαρίθμηση, των Πολιτικών Παραρτημάτων. Στα Παραρτήματα αυτά πέρασε ουσιαστικά όλα τα πολιτικού περιεχομένου κείμενα ανάμεσά τους και αυτά που αφορούσαν τα πολιτικά πράγματα στην Ελλάδα. Πάντως και στα Παραρτήματα τα αντιπολιτευτικά άρθρα του Ξένου εμφανίζονται επίσης περιορισμένα σε αριθμό και μετριοπαθέστερα στη φρασεολογία τους. Η σαφής μείωση του αντιοθωνικού πάθους του Ξένου θα πρέπει μάλλον να επηρεάστηκε και από τη νέα ύφεση που σημειώθηκε στον αντιδυναστικό πυρετό στην Ελλάδα. Η ύφεση αυτή οφειλόταν στη συμπάθεια που προκάλεσε για βασιλικό ζεύγος η απόπειρα δολοφονίας της βασίλισσας Αμαλίας στις 6/19 Σεπτεμβρίου 1861. Ο Ξένος μάλιστα αφιέρωσε στο γεγονός αυτό δύο κύρια άρθρα του Παραρτήματος, στα οποία καταδίκαζε με έντονο τρόπο την απόπειρα «κατά του ιερού ατόμου της σεπτής ημών Ανάσσης Αμαλίας» υπογραμμίζοντας μάλιστα ότι «παρήλθον οι χρόνοι των Αρμοδίων και των Βρούτων» -προφανώς αντιφάσκοντας με όσα είχε γράφει για την τυραννοκτονία πριν από έναν ακριβώς χρόνο στην ίδια εφημερίδα. Αλλά φαίνεται ότι και η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε -στέλνοντας στο Λονδίνο ειδικό απεσταλμένο (τον Βαρότση, διερμηνέα λίγο αργότερα της ελληνικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη)- να κατευνάσει τον συντάκτη του Βρεττανικού Αστέρος, δελεάζοντάς τον (όπως λέει ο ίδιος) με αξιώματα και διορισμούς (honours, appointments). Ας σημειωθεί, τέλος, ότι από τις αρχές του 1861 την προσοχή του Ξένου είχε αρχίσει να προσελκύει ένα άλλο ζήτημα, που, κατά την αντίληψή του, αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη εθνική σημασία: η αναζωπύρωση του ενωτικού προβλήματος της Επτανήσου.
Η ανθελληνική θέση του άγγλου βουλευτή Λαγιάρδου (Layard) για τα Επτάνησα προκάλεσε την έντονη αντίδραση του «Βρεττανικού Αστέρος»
Ο Ξένος θεωρούσε ότι οι αποστάσεις που κρατούσε ο Όθωνας από την αγγλική πολιτική, αποτελούσαν  εμπόδιο στην ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα.
Η όλο και συμβιβαστικότερη στάση Βρεττανικού Αστέρος έναντι του «συστήματος» δεν πέρασε απαρατήρητη από τους αναγνώστες του. Σε άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στο Παράρτημα της 13ης Φεβρουαρίου 1862, ο Ξένος προσπαθεί απολογούμενος να απορρίψει όσα του καταμαρτυρούσαν σε επιστολές τους οι συνδρομητές της εφημερίδας, οι οποίοι «την σιωπήν αυτού απέδωκαν εις συστολήν, ωσανεί ώφειλε να συστέλληται ο την αλήθειαν λέγων, εις φόβον, ωσανεί η καθ΄ εκατοντάδας χιλιάδων δαπανώσα τας δραχμάς εφημερίς εφοβείτο την κατάσχεσιν δεκαπέντε φύλλων αυτής υπό του κυρίου εισαγγελέως […]»
Ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη στάση του Ξένου, ήταν η αντιοθωνική εξέγερση του Ναυπλίου στις 1/12 Φεβρουαρίου 1862 και των Κυκλάδων ένα μήνα αργότερα. Ήταν πια αναπόφευκτο τα δραματικά εκείνα γεγονότα να μην αφήσουν τον Ξένο να εξακολουθήσει την τακτική των χαμηλών τόνων. Επανέφερε λοιπόν και πάλι με πάθος το ελληνικό πολιτικό ζήτημα στα κύρια άρθρα των Παραρτημάτων του, καταδικάζοντας αρχικά μόνο το βασιλικό «υπουργείον», αλλά στη συνέχεια κα τον ίδιο τον ΄Οθωνα του οποίου μάλιστα ζητούσε τώρα την παραίτηση. «Αν ήναι δυνατόν ποτέ», γράφει στις 3 Απριλίου 1862 σε κύριο άρθρο του, «ηγεμών απολέσας πάσαν εν τω εξωτερικώ υπόληψιν, οικτειρόμενος και κωμωδούμενος πανταχόθεν, τώρα ότε και τας χείρας εις το αίμα ημών έβαψε[…], αν ήναι δυνατόν, λέγομεν, να εξαγάγη την Ελλάδα εκ των δυσκολιών, εις ας την περιέπλεξεν, πολλώ δε μάλλον να την μεγαλώση […]. Πάντα όσα κακά ηδύνατο να ενσκήψωσιν εις εν αρτισύστατον έθνος και οπισθοδρομήσωσι τούτο πεντήκοντα τουλάχιστον ενιαυτούς του σταδίου του, αθρόα η Μεγαλειότης του μας τα επιδαψείλευσεν. Ας ίδωμεν μέχρι τίνος η Ελλάς άκουσα θα φέρη επί των νώτων αυτής τοιούτον αναβάτην και μέχρι τίνος θα υπάρχωσιν άνθρωποι ονομαζόμενοι Έλληνες την αναβάθραν κρατούντες». Και ενώ στην αρχή ο Ξένος αντιμετώπιζε τους στασιαστές με κάποια περίσκεψη –ως αναπόφευκτο δεινό εξαιτίας της «βαυαρικής τυραννίδος» - στη συνέχεια ανακηρύχτηκε ένθερμος συνήγορός τους, δημοσιεύοντας στην εφημερίδα του ενθουσιώδεις προτροπές για τη συνέχιση της άμυνας του Ναυπλίου και του αντιμοναρχικού αγώνα. Η επικράτηση του ΄Οθωνα δε μετρίασε το αντιδυναστικό περιεχόμενο του Βρεττανικού Αστέρος, ο οποίος άλλωστε, «μη αξιωθείς της βασιλικής χάριτος», παρέμεινε «αναμνήστευτος» και σχεδόν απαγορευμένος στην Ελλάδα. 
Λόγω του κίνδυνου κατάσχεσης, ο «Βρεττανικός Αστήρ» στελνόταν στην Ελλάδα κρυφά, άλλοτε σε φακέλους επιστολών, άλλοτε λαθραία.
Αλλά σύντομα η αντιπαράθεση του Ξένου με το οθωνικό καθεστώς θα πάρει ευρύτερες διαστάσεις, τη φορά αυτή διπλωματικές. Σύμφωνα με όσα κατήγγειλε ο ίδιος, με ενέργειες της ελληνικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη και ιδιαίτερα του ΄Ελληνα διερμηνέα της Βαρότση, η οθωμανική κυβέρνηση πείστηκε ότι ο Βρεττανικός Αστήρ δεν καταφερόταν μόνο εναντίον του Βασιλιά της Ελλάδας, αλλά και του σουλτάνου, προσπαθώντας μάλιστα να προκαλέσει εξέγερση των χριστιανών υπηκόων του. Η Υψηλή Πύλη, που δε θα πρέπει να ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένη από τον τρόπο με τον οποίο ο Ξένος παρουσίαζε και στη δική του και σε αγγλικές εφημερίδες –για να μην αναφερθούμε στα μυθιστορήματά του– την εικόνα της Τουρκίας, ζήτησε, με «νότα» του μεγάλου βεζίρη Αli Pasha  της 17ης Απριλίου 1862 προς το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών, τη διακοπή της κυκλοφορίας του Βρεττανικού Αστέρος που γινόταν μέσω του αγγλικού ταχυδρομείου στην οθωμανική επικράτεια, αλλά και την παράδοση στις οθωμανικές αρχές όλων των διαθέσιμων αντιτύπων του. Το αίτημα της Πύλης προωθήθηκε με εντυπωσιακή ταχύτητα.
Η «νότα» διαβιβάστηκε την επόμενη μέρα με τηλεγράφημα του Βρετανού πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολή Sir Henry Bulwer προς το Foreign Office το οποίο έσπευσε στις 19 κιόλας Απριλίου 1862 να ζητήσει τη σχετική γνωμάτευση της  Διεύθυνσης Ταχυδρομείων. Απαντώντας δυο μέρες αργότερα (21 Απριλίου) ο Post Master General, παρ΄ όλο που θεώρησε το ζήτημα «peculiar and without precedent» εισηγήθηκε την απαγκίστρωση του ταχυδρομικού γραφείου της οθωμανικής πρωτεύουσας από υποχρέωση για διανομή της εφημερίδας, αλλά συνέστησε να μην παραδοθούν στις τουρκικές αρχές και τα εναπομένοντα εκεί φύλλα της. Με τη σειρά του το Foreign Office έσπευσε στις 30 Απριλίου να δώσει εντολή στη γενική διεύθυνση των Ταχυδρομείων να σταματήσει αμέσως τη μεταφορά της εφημερίδας αυτής στην Κωνσταντινούπολη, παραγγέλοντας στον προϊστάμενο της βρετανικής ταχυδρομικής υπηρεσίας στην που είχε ακόμα στη οθωμανική πρωτεύουσα να επιστρέψει πίσω στην Αγγλία όλα τα αντίτυπά της που είχε ακόμα στη διάθεσή του.
Ο Βόσπορος σε γκραβούρα του «Βρεττανικού Αστέρος»
Γνωρίζοντας ο Ξένος ότι η απαγόρευση της κυκλοφορίας της εφημερίδας του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (όπου διέθετε τους περισσότερους και πιο ενθουσιώδεις συνδρομητές) ισοδυναμούσε με το θάνατό της, αποδύθηκε σε έναν πεισματικό, απελπισμένο αγώνα να πείσει τη βρετανική κυβέρνηση να αλλάξει την απόφασή της, υπογραμμίζοντας ότι δεν είχε δημοσιεύσει ποτέ στον Βρεττανικό Αστέρα οποιοδήποτε κείμενο που να παρακινούσε σε εξέγερση τους χριστιανικούς λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εναντίον του σουλτάνου (πράγμα εξάλλου που ανταποκρινόταν και στην πραγματικότητα). Στην άρvηση του Foreign Office να ανταποκριθεί στο αίτημά του, αντιπρότεινε στο αίτημά του, -με αλλεπάλληλα έγγραφά του προς τον Russel– να επιτραπεί τουλάχιστον η κυκλοφορία του κυρίου σώματος της εφημερίδας του (που, όπως είπαμε, είχε φιλολογικό επιστημονικό περιεχόμενο), χωρίς τα επίμαχα Πολιτικά Παραρτήματά της. Παράλληλα, εξασφάλισε την υποστήριξη αρκετών βρετανικών εφημερίδων (της Morning Star, της Sun, και ως  ένα βαθμό και των Times του Λονδίνου, αλλά και μερικών επαρχιακών φύλλων), και, το σημαντικότερο, μερικών προσωπικοτήτων της βρετανικής πολιτικής ζωής, γεγονός που δείχνει ότι  στα 14 χρόνια που ο Ξένος βρισκόταν στην Αγγλία είχε καταφέρει να αποκτήσει αρκετά σημαντικές διασυνδέσεις στο χώρο του τύπου και της πολιτικής. Στις 20 Ιουνίου 1862 ο ΄Αγγλος βουλευτής I.F. McGuire έφερε το ζήτημα στη Βουλή των Κοινοτήτων. Στην εκτενή συζήτηση -που εξελίχθηκε τελικά σε αναμέτρηση ανάμεσα στον φιλέλληνα McGuire και τον αρμόδιο υφυπουργό Εξωτερικών  και δεδηλωμένο φίλο των Οθωμανών Sir Austin  Henry Layard (1817-1894)- συμμετείχαν και αρκετοί βουλευτές, ο Benjamin Disraeli και ο τότε πρωθυπουργός λόρδος Palmerstone. O McGuire, συνεπικουρούμενος και από τον βουλευτή Bright, αμφισβήτησε τα επιχειρήματα του Foreign Office, υποστηρίζοντας ότι την ευθύνη για απαγόρευση του Βρεττανικού Αστέρος δεν την είχε μόνο η Υψηλή Πύλη, αλλά κυρίως η βρετανική κυβέρνηση. Υπαινίχτηκε μάλιστα ότι αποφασιστικότερο ίσως ρόλο στην εξαρχής αρνητική στάση του υφυπουργού Εξωτερικών έπαιξε το γεγονός ότι ο Ξένος, σε αλλεπάλληλα άρθρα του στον Βρεττανικό Αστέρα, είχε δείξει, και μάλιστα με αρκετά σοβαρά επιχειρήματα, ότι το κυοφορούμενο τότε νέο αγγλικό δάνειο προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία δε θα εξυπηρετούσε τις χρόνιες αδυναμίες της τουρκικής οικονομίας, αλλά ουσιαστικά ορισμένους κύκλους του και της Κωνσταντινούπολης. Ανάμεσα στους πρώτους ανήκε, σύμφωνα με τους υπαινιγμούς McGuire (που τους είχε άλλωστε παρουσιάσει ήδη η Morning Star) και ο Layard, μέχρι πρόσφατα πρόεδρος της Οθωμανικής Τράπεζας και σταθερός μέτοχός της.
Οικογένεια μαύρων εν Βραζιλία: στην αρθρογραφία του, ο «Βρεττανικός Αστήρ» δεν κρύβει τη φρίκη της δουλείας
Παρά τη συνηγορία και την προβολή του ζητήματος η βρετανική κυβέρνηση δεν υποχώρησε, και ο Ξένος αναγκάστηκε, όπως είχε προβλέψει, να διακόψει την έκδοση του κανονικού φύλλου του Βρεττανικού Αστέρος εξαιτίας των ζημιών που υπέστη. Περιορίστηκε λοιπόν στην παρουσίαση των  σπουδαιότερων φάσεων της  περιπέτειάς του στις στήλες του τελευταίου πια Πολιτικού Παραρτήματος της εφημερίδας του, που κυκλοφόρησε τρεις μέρες μετά την αφιερωμένη σ΄αυτήν συνεδρίαση του βρετανικού Κοινοβουλίου και στο οποίο ανήγγειλε την «επί τινα καιρόν» διακοπή της. Η αναγγελία συνοδεύτηκε με ένα γεμάτο πάθος άρθρο του, με το οποίο υπογράμμιζε την ανάγκη να γίνουν γνωστά στην Αγγλία τα δεινά των χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε πείσμα μερικών Βρεττανών πολιτικών, που, όπως ο Layard, προσπαθούσαν να εμφανίσουν την Τουρκία κατάλληλη για μεταρρυθμίσεις και γενναιόδωρες οικονομικές ενισχύσεις: «Λοιπόν οφείλομεν και ημείς» γράφει, «άνευ παθών, άνευ κομματισμών να επασχολήθώμεν, ίνα αποδείξωμεν προς το αγγλικόν έθνος, λόγω τε και έργω και ουχί διά κενών φρασιολογιών [!], ότι όσα ο κ. Λάυαρδ αγορεύων υπέρ της Τουρκίας λέγει ουδέν έτερόν εισιν ή μύθοι της Χαλιμάς ότι εκμεταλλεύεται την άγνοιαν και την ευπιστίαν του έθνους του ότι η Τουρκία διατελεί εις κατάστασιν δεκάκις χείρονα και οικτροτέραν ή προ του Κριμαϊκού Πολέμου, ότι αι συνθήκαι των Παρισίων, αντί να βελτιώσωσιν, τουναντίον παρέλυσαν αυτήν μη εφαρμοσθείσαι, και παρέδωσαν δέκα εκατομμύρια χριστιανών εις την φανατικήν λύσσαν των πασσάδων, των αγάδων και τω βέηδων των  επαρχιών. Δεν ομιλούμεν περί Κωνσταντινουπόλεως, καθότι φαίνεται ότι ο Λάυαρδ εφένδης και οι λοιποί της Τουρκίας χριστιανομάχοι συνήγοροι περιορίζουσιν ολόκληρον το οθωμανικόν κράτος εις του Βοσπόρου μεγαλούπολιν, εις τας καλλονάς αυτού, εις τον Φουάτ πασσάν, τον Αχμέτ εφέντην και ολίγους Ευρωπαίους του Βουγιουκδερέ αλλ΄εννοούμεν τας επαρχίας […], εννοούμεν εκείνους οίτινες, ενόσω τα χρέη της Τουρκίας πολλαπλασιάζονται, τόσω βαθυτέραν ταλαιπωρίαν έχουσι να υπομείνωσιν». Ας σημειωθεί εδώ ότι όσα έγραφε ο Ξένος για τη μελλοντική τύχη των τουρκικών δανείων επαληθεύτηκαν κατά το μεγαλύτερο τους μέρος με τις αλλεπάλληλες πτωχεύσεις της Αυτοκρατορίας (από το 1875 κ.εξ.). Η φιλοτουρκική στάση εξάλλου του Layard έγινε σαφέστατη λίγα χρόνια αργότερα, όταν ανέλαβε (στο διάστημα μεταξύ του Απριλίου του 1878 και του 1880) τη βρετανική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, παίρνοντας ενεργό μέρος στη διαμόρφωση της πολιτικής της χώρας του κατά τη μεγάλη χρίση του Ανατολικού Ζητήματος του 1878: Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της κρίσης δημιουργούσε προβλήματα στις ελληνικές θέσεις, ευνοώντας, αντίθετα, τις τουρκικές.
Πάντως, η διακοπή της κυκλοφορίας του Βρεττανικού Αστέρος δεν έσβησε εντελώς τις δημοσιογραφικές φιλοδοξίες του Ξένου. Το καλοκαίρι  του 1862 άρχισε να ετοιμάζεται για την έκδοση ενός νέου φύλλου, με παρόμοιο τίτλο (Ο Βρετανικός Φωστήρ), την ίδια μορφή και το αντίστοιχο αναγνωστικό κοινό. Αλλά όταν προσπάθησε να αποσπάσει από το Foreign Office την υπόσχεση ότι η Βρετανική κυβέρνηση δε θα εναντιωνόταν στην αποστολή στην Τουρκία -μέσω του Βρετανικού πρακτορείου- της νέας εφημερίδας, ο Layard τον παρέπεμψε συνοπτικά στον Βρετανό πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, ακυρώνοντας ουσιαστικά εκ των προτέρων οποιαδήποτε προοπτική αλλαγής της ως τώρα τακτικής της κυβέρνησής του. Και μολονότι ο Ξένος άρχισε την προεγγραφή συνδρομητών για τον Βρεττανικόν Φωστήρα, δεν τόλμησε τελικά να προχωρήσει στην έκδοσή του. Έτσι, περιορίστηκε στην κυκλοφορία δύο «΄Εκτακτών Παραρτημάτων» του Βρεττανικού Αστέρος. Το πρώτο (της 18ης Οκτωβρίου 1862) αφιερώθηκε και πάλι στις αντιοθωνικές εκδηλώσεις στην Αθήνα το δεύτερο –και το τελευταίο (της 3ης Νοεμβρίου 1862) – αφιερώθηκε εξολοκλήρου στην παραίτηση του ΄Οθωνα και στη φυγή του από την Ελλάδα. Από πικρή λοιπόν ειρωνεία της τύχης, ο Βρεταννικός Αστήρ που είχε ανατείλει βάζοντας ως στόχο την πτώση του Βαυαρού μονάρχη και του «συστήματός» του, έδυσε αναγγέλλοντας πανηγυρικά στους αναγνώστες του και το οριστικό τέλος της Βασιλείας του Όθωνα.
Ο Βρεταννικός Αστήρ βέβαια θα εμφανιστεί και πάλι, είκοσι εννιά χρόνια αργότερα, με την επανέκδοσή του στην Αθήνα από το φθινόπωρο του 1891 ως την άνοιξη του 1892. Αλλά, με νέα μορφή, διαφορετικό περιεχόμενο και νέο χαρακτήρα. Η επανέκδοσή του όμως αυτή αποτελεί μιαν άλλη ιστορία.

Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο, προέρχονται από την εφημερίδα του Στεφάνου Ξένου «Βρεττανικός Αστήρ».

Στέφανος Ξένος: Διορατικός δαιμόνιος και… εφοπλιστής!

Ο εφοπλιστής, συγγραφέας και εκδότης του «Βρεττανικού Αστέρος» Στέφανος Ξένος

(Αναδημοσίευση του άρθρου του Αιμίλιου Χατζηδάκη στο in.gr)

[…] Ο Ξένος υπήρξε ο πρώτος έλληνας οργανωμένος εφοπλιστής ατμοκίνητων πλοίων, μα και ο συγγραφέας του πρώτου ιστορικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα, με τον τίτλο «Η Ηρωίς της Ελληνικής Επαναστάσεως» -ολόκληρες γενεές Ελλήνων, σημειώνει ο Κωστής Παλαμάς, γαλουχήθηκαν με αυτό. Ο Ξένος επίσης εξέδωσε την πρώτη ελληνική εικονογραφημένη εφημερίδα στο Λονδίνο, τον περίφημο Βρετανικό Αστέρα, υποχρεώνοντας κατά μία έννοια το εφοπλιστικό περιοδικό Fairplay, να τον χαρακτηρίσει ως "a man of many parts".
[…] Εξαιρετικής μορφώσεως για την εποχή του, γιος του φιλικού Θεόδωρου Ξένου, γεννήθηκε το 1821 στη Σμύρνη και σώθηκε κυριολεκτικά από τις φλόγες με τις οποίες οι Τούρκοι «απάντησαν» στην ελληνική επανάσταση που μόλις είχε εκραγεί. Η οικογένειά του μετοίκησε στην Αθήνα για να ξαναγυρίσει πάλι στη Σμύρνη, μετά τη λήξη της επαναστάσεως, με το πατέρα του Θεόδωρο Ξένο να αναλαμβάνει τη θέση του έλληνα πρόξενου.
Αργότερα και με την ενηλικίωσή του, αποφασίζει να μεταναστεύσει και να βρει το πεπρωμένο του στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στο Λονδίνο. Παρότι ξεκίνησε από το μηδέν, μέσα σε λίγα χρόνια, καταφέρνει να στήσει τις δικές του επιχειρήσεις, την Ελληνική και Ανατολική Ατμοπλοϊκή Εταιρεία (1857), την Αγγλοελληνική Ατμοπλοϊκή και Εμπορική Εταιρεία (1865) και την Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία (1871) δημιουργώντας μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες μια κολοσσιαία περιουσία.
Ο Λεβιάθαν επιστρέφων εξ Αμερικής
Την εποχή εκείνη, σημαντικότεροι σταθμοί του δια θαλάσσης εμπορίου για τη Μεσόγειο ήταν λιμάνια όπως η Μασσαλία, το Λιβόρνο, η Τεργέστη κ.α. Τα προϊόντα που τα πλοία μετέφεραν από την ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα -τον σιτοβολώνα της Ευρώπης- ήταν κυρίως δημητριακά, μαλλί, βαμβάκι, λιναρόσπορος κ.α., ενώ την αντίθετη κατεύθυνση έπαιρναν κυρίως υφάσματα, νήματα και αποικιακά προϊόντα.
Εκείνη την εποχή λοιπόν, και συγκεκριμένα το 1857, ο Στέφανος Ξένος διαχειριζόταν έναν μικρό στόλο που αποτελούνταν από ιστιοφόρα, τα οποία πραγματοποιούσαν το δρομολόγιο Λονδίνο-Μαύρη θάλασσα και τανάπαλιν μεταφέροντας σιτηρά. Ήταν τότε που συνέλαβε μια ιδέα που ήταν γραφτό να αλλάξει συνολικά το τοπίο των θαλάσσιων μεταφορών. Να χρησιμοποιήσει πλοία που θα κινούνταν -όχι πλέον με τα ιστία αλλά- με ατμό και τα οποία θα επέφεραν αύξηση της διαθέσιμης μεταφορικής ικανότητας μα και δραστική μείωση του κόστους μεταφοράς.
Ευρισκόμενος στα αγγλικά ναυπηγεία για την αγορά του πρώτου ατμοπλοίου του, διαπίστωσε την ύπαρξη μιας φορτηγίδας η οποία είχε βύθισμα εξαιρετικά ρηχό ενώ τα υπηρεσιακά χαρακτηριστικά της επέτρεπαν την πραγματοποίηση δρομολόγιων και τη μεταφορά αγαθών από τις παραδουνάβιες πόλεις παραγωγής.
Σκέφτηκε λοιπόν το εξής: αν διέθετε έναν στόλο από τέτοια μικρά μεταφορικά πλοία, θα μπορούσε να μεταφέρει σιτηρά από τις παραδουνάβιες πόλεις παραγωγής σιτηρών όπως το Καλαφάτ και η Ολτένιτζα της Ρουμανίας μέχρι τη Μαύρη θάλασσα. Στη συνέχεια θα μεταφόρτωνε τα σιτηρά σε δικά του ατμόπλοια, ελέγχοντας ακόμη πιο δραστικά το κόστος.
Εφαρμόζοντας αυτή τη στρατηγική, θα μπορούσε επιπλέον να διαπραγματευτεί κατευθείαν με τους παραγωγούς σιτηρών, αποφεύγοντας τους μεσάζοντες μεταφορείς και τελικά επιτυγχάνοντας θεαματικά καλύτερες τιμές.
Απλό, όσο και το αυγό του Κολόμβου: Αγοράζοντας από «πρώτο χέρι» και μεταφέροντάς τα αποκλειστικά με δικά του πλοία, ο Ξένος θα περιόριζε κατά πολύ τα έξοδα, αυξάνοντας παράλληλα τα έσοδα.
Για παράδειγμα, η αγορά του καλαμποκιού από τις παραδουνάβιες πόλεις Καλαφάτ και Ολτένιτζα ήταν φθηνότερη κατά πέντε ή έξι σελίνια το κουόρτερ από τις τιμές του Γαλάζιου ή της Βράιλας και ο Ξένος με τον στόλο του θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί αυτή η διαφορά.
Ήταν ωστόσο γεγονός ότι για να ξεκινήσει μια ατμοπλοϊκή γραμμή χρειαζόταν τεράστια κεφάλαια τα οποία όμως ο ίδιος δεν διέθετε! Έρχεται λοιπόν σε επαφή με τον εμπορικό Οίκο Λασκαρίδη -ο οποίος συντηρούσε τότε ισχυρά εμπορικά γραφεία στην Κωνσταντινούπολη, το Λίβερπουλ και το Λονδίνο- και συγκεκριμένα το εξάδελφό του, Γιώργο Λασκαρίδη τον οποίο ο Ξένος αποκαλούσε ρομαντικό αστό ο οποίος πετούσε πάνω στον Πήγασο ως εμπορικός Περσέας!
Ακούγοντας το επιχειρηματικό πλάνο του Ξένου ο Γιώργος Λασκαρίδης παίρνει ένα μεγάλο ρίσκο και δέχεται να οπισθογραφήσει τις συναλλαγματικές της εταιρείας του εν λευκώ, ζητώντας του ως αντάλλαγμα ότι είχε ευχαρίστηση!
Η στήριξη του Λασκαρίδη έπεισε τους ναυπηγούς, οι οποίοι ρωτώντας την «πιάτσα» μαθαίνουν την καλή του φήμη, και δέχονται να πουλήσουν τα ατμόπλοια. στην εταιρεία του Ξένου.
Βέβαια οι ναυπηγοί δεν δυσκολεύτηκαν να πάρουν την απόφαση της πώλησης των πλοίων για έναν επιπλέον λόγο: λίγα χρόνια πριν, το 1855, είχε εκραγεί ο Κριμαϊκός πόλεμος. Τα ναυπηγεία, πιστεύοντας ότι η πολιορκία της Σεβαστούπολης «ήθελεν διαρκέσει ως εκείνη της Τρωάδος» ναυπηγούσαν το ένα πλοίο πίσω από το άλλο. Τελικά και με δεδομένη την ειρήνη η οποία επετεύχθη ξαφνικά και σύντομα, έμειναν νεότευκτα πλοία υπέροχης κατασκευής, δεμένα και χωρίς δουλειά.  
Η Σεβαστούπολη προ του πολέμου
Ο Ξένος λοιπόν κατάφερε να τα αγοράσει τα πλοία 30% κάτω από την τιμή κατασκευής. (Το ότι οι αγορές του ήταν απόλυτα επιτυχημένες αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μετά δέκα χρόνια τα πλοία πουλήθηκαν περίπου 20% πάνω από την τιμή αγοράς τους).
Το παράδοξο της ιστορίας -για την ακρίβεια μία από τις πολλές ευτυχείς συμπτώσεις της- ήταν πως ο Οίκος Λασκαρίδη είχε στην πραγματικότητα χρεοκοπήσει! Και πως στην ουσία ο Λασκαρίδης, οπισθογραφώντας τις συναλλαγματικές, δεν είχε να χάσει τίποτα! Άλλο αν οι ναυπηγοί, οι οποίοι επίσης βρίσκονταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, δέχτηκαν τις συναλλαγματικές, πιστεύοντας ότι ο Λασκαρίδης είναι οικονομικά υγιής!
Πολύ πριν ο όρος win-win situation κάνει την εμφάνισή του στο επιχειρηματικό λεξιλόγιο, ο Ξένος έβρισκε τον τρόπο να τον καθιερώσει στην πράξη. Η εταιρεία του Ξένου, δεδομένης της εύστοχης ιδέας του, πήγε -αφ’ εαυτού της!- πάρα πολύ καλά και οι ναυπηγοί πήραν όλα τα χρήματά τους μέσα στις προβλεπόμενες ημερομηνίες!
Εύκολα λοιπόν διαπιστώνει κανείς τη μεγάλη σημασία που έχουν στη ζωή μας οι συγκυρίες και οι συμπτώσεις και ότι ορισμένες φορές αν κάποιος έχει μια σωστή ιδέα και βρεθεί στο σωστό μέρος και τη σωστή ώρα, το επονομαζόμενο timing, δημιουργούνται οι αναγκαίες συνθήκες για την επίτευξη της καταλληλότερης κίνησης, από την οποία δύναται να προκύψουν πολλαπλά οφέλη. Όπως μπορεί εύκολα να αντιληφθεί κανείς, η κατάσταση θα ήταν εντελώς διαφορετική εάν ο Λασκαρίδης δεν είχε χρεοκοπήσει, οπότε το πιθανότερο είναι να μην έδινε χρήματα στον Ξένο ενώ αν κρατούσε περισσότερο ο Κριμαϊκός πόλεμος τα πλοία δεν θα αγοραζόταν σε αυτή την τιμή...
Καθώς οι δυνάμεις του σύμπαντος συνωμοτούν για να τον βοηθήσουν, ο Ξένος αρχικά αγοράζει ένα μεγάλο ατμόπλοιο και μια μικρή μαούνα τα οποία και ασφαλίζει ενώ παραγγέλνει να κατασκευαστούν δύο μικρότερες μαούνες μέσα σε πέντε μήνες.
Συμφωνήθηκε για όλα αυτά να καταβάλει 33.850 λίρες χρυσές (από τρεις μέχρι τριάντα μήνες, μια πίστωση δηλαδή 2,5 χρόνων) όχι τοις μετρητοίς, αλλά με τα συναλλάγματα της εταιρείας του Greek and Oriental Steam Navigation Company, οπισθογραφημένα, όπως προαναφέρθηκε,από τον Λασκαρίδη. Με αυτό τον τρόπο, ο Ξένος, χωρίς να διαθέτει το παραμικρό κεφάλαιο, κατάφερε να παραγγείλει έναν στόλο.
Το πρώτο ναυπηγηθέν ατμόπλοιο -το οποίο ο Ξένος ονόμασε "Ναύαρχο Μιαούλη", το μικρό "Μπουμπουλίνα" και ένα τρίτο το "Μάρκος Μπότσαρης"- στέλνεται στο Γαλάζιο για να μεταφέρει για λογαριασμό του σιτηρά, τα οποία είχε προκαταβολικά πουλήσει στο Λονδίνο, με καθαρό κέρδος 2000 λίρες.
Ο "Ναύαρχος Μιαούλης" ξεκινά αμέσως για την Κροστάνδη μεταφέροντας ατμομηχανές και βαγόνια για τον αυτοκράτορα της Ρωσίας, αφού προηγουμένως το έχει ασφαλίσει πάνω από τη τιμή του. Το "Μιαούλης" ατύχησε. «Οκτώ ημέρας μετά την αναχώρησίν του καταληφθείς υπό πυκνοτάτης ομίχλης εν Βαλτική περιεπλανήθη επί των υφάλων της νήσου Όζελ όπου και εναυάγησε. Το πλήρωμα διεσώθη ολόκληρον, πλην το σκάφος μετά δύο ημέρας τρικυμίας μεγάλης διεγερθείσης κατεσυνετρίβη".
Η ασφαλιστική αποζημίωση, που ήταν 32.000 λίρες για το σκάφος και οι 4.000 λίρες για το ναύλο, του επιτρέπουν να ξεκινήσει νέες παραγγελίες και αγορές και άλλων ατμόπλοιων.
Μεσημβρινοδυτικό μέρος της πόλεως του Λονδίνου
Τα ατμόπλοια που αγοράστηκαν αμέσως μετά το ναυάγιο του Μιαούλη, ήταν τα ακόλουθα: "Στρατηγός Ουίλιαμ", "Βουβουλίνα", "Μπότασης", "Τσαμαδός", "Μάρκος Βότσαρης", "Κολοκοτρώνης", "Μαυροκορδάτος", "Κανάρης", "Ζαΐμης". Τέσσερις μήνες αργότερα, ναυαγεί και ο "Στρατηγός Ουίλιαμ", η δε ασφάλεια πλήρωσε άλλες 30.000 λίρες. Ακολουθούν οι αγορές των "Γεώργιος Ολύμπιος", "Λόντος", "Ρήγας Φερραίος", "Σμύρνη", "Κωλέττης", "Πάτραι" κ.α. Έτσι δημιουργήθηκε ένας μεγάλος στόλος 25 ατμοκινήτων πλοίων.
Αυτή είναι και η μεγάλη άνοδος του Ξένου ο οποίος μόνο τυχαία δεν επέλεξε τον εφοπλιστικό χώρο για να δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά, αφού γνώριζε καλά ένα σημαντικό επαγγελματικό μυστικό.
Ποιό ήταν όμως το μυστικό στο χώρο των ατμοπλοϊών που τόσο καλά γνώριζε ο δαιμόνιος άνθρωπος; Το περιγράφει ο ίδιος με καθαρή, απλή μαθηματική λογική.
"Το απόκρυφον ήτο ότι έν ατμόπλοιον εις αντικατάστασιν ενός ιστιοφόρου της γραμμής μου, διά των αφθόνων φορτίων τα οποία είχον και διά των ναύλων της εποχής εκείνης, ηδύνατο να κερδίση κατά τριμηνίαν επί της αξίας του, τουλάχιστον 25%. Εν ατμοκίνητον αξίας 20.000 λιρών, κάμνον 4 ταξείδια κατ" έτος εκ Λονδίνου εις Μεσόγειον και επιστροφήν, ώφειλε να εκκαθαρίση καθαρόν κέρδος 20.000 λίρας. Εξηγούμε καλλίτερον: εν ατμόπλοιον χωρητικότητος 1.200 τόνων αξίας 20.000 λιρών, κάμνον ναύλους του ταξειδίου του εκ Λονδίνου εις Μεσόγειον και επιστροφήν προς 6 λίρας τον τόνον, έφερεν ναύλον 7.200 λίρας ενώ αι δαπάναι του σπανίως ανήρχοντο εις 3.000 άρα εγκατέλειπεν 4.200 λίρας καθαρόν κέρδος το ταξείδιον. Επειδή δε εν τοιούτον ατμόπλοιον έκαμνε τέσσερα και πολλάκις πέντε ταξείδια κατ" έτος, εκέρδιζεν εντός ενός έτους την αξίαν του".
Το "απόκρυφον" αυτό δεν το γνώριζαν το 1857 αλλά το πληροφορήθηκε ο κόσμος δέκα χρόνια αργότερα γι αυτό και άρχισαν όλοι οι πλούσιοι να επενδύουν σε καράβια. Ο Ξένος σημειώνει τα ακόλουθα: "Οι Έλληνες της Αγγλίας δεν εγένοντο πλοιοκτήται ή 16 έτη μετά ταύτα δηλαδή το 1872, ότε η Μεγάλη Βρεττανία αντί 500 εμπορικών ατμοπλοϊων εκέκτητο 5 χιλιάδας..."
Με απλά λόγια, αρκούσαν τέσσερα με πέντε ταξίδια για την απόσβεση του πλοίου και όπως μπορεί να αντιληφθεί κανείς, τα οικονομικά οφέλη που προέκυπταν ήταν τεράστια.
Τι μπορεί να σημαίνει η, μέχρι αυτό το σημείο, ιστορία του Στέφανου Ξένου για το σημερινό επιχειρηματία; Ποια διδάγματα μπορεί να αντλήσει από την επιτυχία του; Είναι μάλλον απλό! Ακόμα και σήμερα, τα κέρδη που δύνανται να προκύψουν από το εφοπλιστικό επάγγελμα γίνονται με τον ίδιο ή παραπλήσιο τρόπο! Από το θεμελιώδες «αγόραζε φτηνά, πούλα ακριβά», τη σε βάθος γνώση των μυστικών κάθε αγοράς, τη σύλληψη και την εφαρμογή αληθινά καινοτόμων ιδεών και... το πάντοτε καλοδεχούμενο άγγιγμα της τύχης.

Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο, προέρχονται από την εφημερίδα του Στεφάνου Ξένου «Βρεττανικός Αστήρ».

Σχετικοί σύνδεσμοι (links):

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Το τέλος του νόμιμου Τύπου της Κατοχής

O «Ηνωμένος Τύπος» της 17 Σεπτεμβρίου 1944 (αρχείο ΕΛΙΑ)
Τον Σεπτέμβριο του 1944, τα νέα περί ήττας των Γερμανών, στο Ανατολικό Μέτωπο, στην Ιταλία και στη Γαλλία διαδεχόταν το ένα μετά το άλλο. Η λογοκρισία που επιβάλλονταν στις νόμιμες εφημερίδες και στο Ραδιοφωνικό σταθμό των Αθηνών μάταια προσπαθούσε να αποκρύψει τη δύσκολη θέση των στρατευμάτων του Χίτλερ, αποσιωπώντας ή υποβαθμίζοντας την απελευθέρωση πόλεων της Γαλλίας και εμφανίζοντας τους Γερμανούς να προβάλλουν σκληρή και αποτελεσματική αντίσταση στις επιθέσεις των Συμμάχων.
Στην Αθήνα, ο στρατός Κατοχής είχε αποχωρήσει από τα προάστια και επικέντρωνε το ενδιαφέρον του στην προετοιμασία της  –αναπόφευκτης πλέον-  αποχώρησής του. Καθώς δεν διέθετε επαρκή στρατεύματα για την τήρηση της «τάξης», είχε παραχωρήσει αρμοδιότητες στα ελληνικά δωσίλογα Τάγματα ασφαλείας, που τελούσαν υπό την ανώτατη διοίκηση του αντιστράτηγου των Ες-Ες Βάλτερ Σιμάνα (Walter Schimana). Οι ταγματασφαλίτες, που έλεγχαν κυρίως το κέντρο της Αθήνας μέχρι και το Παγκράτι, προκαλούσαν περισσότερο φόβο από τους ίδιους τους Γερμανούς. Οι περισσότερες συνοικίες είχαν περάσει στον έλεγχο του ΕΑΜ. Ο παράνομος Τύπος διακινούταν ελεύθερα πλέον σε αυτές. Μάλιστα, το τιράζ του είχε ξεπεράσει εκείνο του νόμιμου.
Το κέντρο της Αθήνας τη 12η Οκτωβρίου 1944
Την κατάσταση που επικρατούσε στην πρωτεύουσα, εκείνο τον Σεπτέμβριο, περιγράφει ο Μανώλης Γλέζος στην Ελευθεροτυπία (11/10/2008) : «Ο ΕΛΑΣ είχε ουσιαστικά όλη την εξουσία στην Αθήνα. Γιατί η δύναμη του κατακτητή ήταν πια μονάχα οι στρατώνες του και όπου έφτανε η δύναμη της εμβέλειας των όπλων του σε μια περιστασιακή επιδρομή, για να επιστρέψει μετά στις βάσεις του. Παρ' όλο που και στις εξορμήσεις του τον χτυπούσαμε και του θέταμε προβλήματα. Ήταν ουσιαστικά απελευθερωμένες όλες οι περιοχές της Αθήνας πριν από την αποχώρηση των Γερμανών. Για παράδειγμα, για να πας από την Καλλιθέα στη Νέα Σμύρνη έπρεπε να περάσεις από το φυλάκιο του ΕΛΑΣ και αν δεν ήσουν κάτοικος της περιοχής σε ρωτούσε: "Ποιος είσαι; Πού πας; Τι θέλεις εδώ;". Αν δεν είχες σημείωμα από τον ΕΛΑΣ Καλλιθέας δεν μπορούσες να περάσεις. Μερικοί θα πουν ότι αυτό ήταν στρατοκρατικό μέτρο κ.λπ., αλλά ήταν υποχρέωσή μας να διαφυλάξουμε τις δυνάμεις μας και τον λαό από τη διείσδυση πρακτόρων του εχθρού. Όσον αφορά την Αστυνομία Πόλεων ας μην ξεχνάμε ότι ήμασταν η μόνη χώρα στην Ευρώπη όπου το ΕΑΜ είχε ισχυρή αντιστασιακή οργάνωση και εκεί. Ο Γιώργης Τσαπόγας ήταν επικεφαλής του ΕΑΜ στην Αστυνομία».
Στις 16 Σεπτεμβρίου 1944, κατόπιν αποφάσεως του Γερμανού στρατιωτικού διοικητού της πρωτεύουσας Χέλμουτ Φέλμυ (Hellmuth Felmy), κυκλοφόρησαν μόνο δύο νόμιμες εφημερίδες, μία πρωινή και μία απογευματινή. Οι εφημερίδες Ακρόπολις, Ελεύθερον Βήμα, Καθημερινή, Πρωΐα, είχαν συγχωνευθεί στον «Ηνωμένο Τύπο» με υπότιτλο «Ημερησία έκδοσις των πρωϊνών εφημερίδων των Αθηνών», τη διεύθυνση του οποίου ανέλαβε ο διευθυντής της Ακρόπολις Θεόφιλος Βουτσινάς. Παράλληλα, από τη σύμπραξη της «Βραδυνής» και των «Αθηναϊκών Νέων» προέκυψαν τα «Βραδυνά Νέα», οδός Λυκούργου 8.
Τα «Βραδυνά Νέα» της 18 Σεπτεμβρίου 1944 (αρχείο ΕΛΙΑ)
Η έλλειψη δημοσιογραφικού χαρτιού αποτελεί την πιθανότερη αιτία της συγκεκριμένης απόφασης. Μια άλλη πιθανή εξήγηση είναι η διευκόλυνση που αποτελούσε για τη λογοκρισία η συγχώνευση των εφημερίδων. Ο «Ηνωμένος Τύπος» και τα «Βραδυνά Νέα» ήταν δισέλιδα μόνοφυλλα μεγάλου σχήματος. Οι συγκεκριμένες εφημερίδες συνέχισαν όπως και οι προηγούμενες να δημοσιεύουν πολεμικές ειδήσεις όπου ωραιοποιούνταν η στρατιωτική θέση των Γερμανών. Για τους κατοίκους της Αθήνας, οι «λαχανοφυλλάδες» αυτές είχαν πολύ μικρότερο ενδιαφέρον από τις παράνομες εφημερίδες, οι οποίες τους ενημέρωναν για τις πολεμικές εξελίξεις αλλά και τον σχηματισμό Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητος, με τη συμμετοχή του ΕΑΜ, η οποία θα αναλάμβανε την εξουσία μετά την Απελευθέρωση. Ωστόσο, εξακολουθούσαν να διαβάζουν και τον κατευθυνόμενο Τύπο για να μαθαίνουν νέα που αφορούσαν στις διανομές τροφίμων και ενδυμάτων από τον Ερυθρό Σταυρό ή να πληροφορηθούν κάτι σε σχέση με τις προθέσεις των αρχών Κατοχής. Κάποιοι τις αγόραζαν επίσης για το χρονογράφημα του Ψαθά, το μυθιστόρημά του Ξενόπουλου καθώς και τις ανώδυνες μικρές πολιτιστικές ή αθλητικές στήλες, που περιείχαν.
Οι αρχές Κατοχής χρησιμοποιούσαν τις δύο τελευταίες εφημερίδες που έλεγχαν στην Αθήνα, για τη δημοσίευση ανακοινώσεων προς τον πληθυσμό. Στις 20 Σεπτεμβρίου, για παράδειγμα, ο στρατηγός Φέλμυ δημοσίευσε μια ανακοίνωση, για να διαψεύσει τις φήμες που ήθελαν τους Γερμανούς να σχεδιάζουν πράξεις καταστροφής πριν την αποχώρησή τους  ενώ ταυτόχρονα απειλούσε για αντίποινα σε περίπτωση εχθρικών ενεργειών προς τον Γερμανικό στρατό:
«Eξ αφορμής διαδόσεων και ισχυρισμών διεσαφηνίσθη δια του Tύπου προ ολίγων ακόμη ημερών, ότι ο Γερμανικός Στρατός ούτε σχεδιάζει, ούτε προπαρασκευάζει ανατινάξεις ή καταστροφάς εις την περιοχήν της πρωτευούσης, διά των οποίων θα εξετίθετο εις κίνδυνον η ιδιοκτησία ή η ζωή των κατοίκων.
Παρά ταύτα όμως εξακολουθούν να διαδίδωνται παρόμοιαι φήμαι και σκόπιμοι ψευδείς ειδήσεις με την πρόθεσιν να εξερεθίζεται ο πληθυσμός εναντίον της Δυνάμεως κατοχής και να παρασύρεται εις απερισκέπτους ενεργείας. Oύτω διατυπούται ο ανόητος ισχυρισμός ότι η λίμνη του Mαραθώνος πρόκειται να ανατιναχθεί υπό των Γερμανών.
Διαβεβαιώ ακόμη μίαν φοράν, οτι άπασαι αι τοιαύτης φύσεως διαδόσεις, είναι αναληθείς και ότι εμφορούνται υπό κακής πίστεως. Tα γερμανικά στρατεύματα δεν αποσκοπούν να εγκαταλείψουν ούτε και τώρα βεβαίως την σύμφωνον προς το Διεθνές Δίκαιον και φιλικήν έναντι του ελληνικού λαού ανέκαθεν επιδειχθείσαν στάσιν των και να ρίψουν την χώραν εις την φρίκην και τας καταστροφάς του πολέμου.
Aπαραίτητως προϋπόθεσις προς τούτο, είναι φυσικά ότι ο πληθυσμός δεν θα λάβη εχθρικήν έναντι του Γερμανικού Στρατού στάσιν. Oυδείς Aθηναίος, όστις επιδεικνύει ήσυχον και σώφρωνα διαγωγήν, πρέπει να φοβήται διά την πόλιν του ή να γίνεται περίφροντις διά την ζωήν και την περιουσίαν του».
Στα αρχεία της Καθημερινής, του ΕΛΙΑ και των ΑΣΚΙ υπάρχουν εκδόσεις του «Ηνωμένου Τύπου» και των «Βραδυνών Νέων», μέχρι τις 28 Σεπτεμβρίου 1944. Για αρκετές ημέρες πριν την Απελευθέρωση (12 Οκτωβρίου 1944), η Αθήνα έμεινε επισήμως χωρίς εφημερίδες καθώς κυκλοφορούσαν μόνον οι παράνομες. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από ειρωνικό σχόλιο της παράνομης κεντρώας εφημερίδας «Ελευθερία» της 4ης Οκτωβρίου 1944:
«ΣΤΕΡΗΣΙΣ… Ομολογούμε ότι η έλλειψις του «νόμιμου» τύπου και του ραδιοφώνου πολύ μας στεναχωρεί. Αι ομιλίαι του Ντήτριχ, τα άρθρα των γερμανικών εφημερίδων, τα ανακοινωθέντα του Γενικού αρχηγείου του Φύρερ εις τα οποία με τόσην γλαφυρότητα περιεγράφετο το πώς, καθημερινώς, τα γερμανικά στρατεύματα κατώρθωναν να καταλαμβάνουν νέας θέσεις προς τα οπίσω, όλα αυτά, απετελούν αξιόλογον τέρψιν μέσα εις την μελαγχολίαν αυτών των ημερών. Τώρα τα εχάσαμε. Ήταν ανάγκη, και την τελευταία ώρα, να μας επιβάλουν οι Γερμανοί και αυτήν ακόμη την στέρησι;»
Σύμφωνα με όσα ανέφερε σε απολογισμό, τον Νοέμβριο του 1944, ο τότε πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Γ. Καράτζας  «αι αθηναικαί εφημερίδες παρέμειναν (…) μέχρι της στιγμής, που αι οργανώσεις των εργαζομένων έκριναν ότι πρέπει να διακόψουν την έκδοσίν των». Η συντήρηση του προσωπικού τους και των άνεργων δημοσιογράφων, όπως υποστηρίζει, αποτέλεσε τη βασική αιτιολογία της συνέχισης της έκδοσης των νόμιμων εφημερίδων κατά τη διάρκεια της Κατοχής,.
Με την προοπτική της επερχόμενης Απελευθέρωσης εξέλιπε για τους δημοσιογράφους, το βιοποριστικό κίνητρο της εργασίας σε απαξιωμένες φιλογερμανικές εφημερίδες. Εξάλλου, ένα από τα πρώτα μέτρα της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητος πριν καλά-καλά εγκατασταθεί στην Αθήνα κατά την Απελευθέρωση, ήταν η απαγόρευση των τίτλων που κυκλοφορούσαν επί Κατοχής. Χρειάστηκε να μεσολαβήσουν τα Δεκεμβριανά για να μπορέσουν να επανεκδοθούν  ορισμένες από αυτές.
Οι περισσότεροι δημοσιογράφοι που είχαν εργαστεί σε φιλογερμανικές εφημερίδες στη διάρκεια της Κατοχής, δεν αντιμετώπισαν προβλήματα μετέπειτα, ωστόσο κατά το διάστημα που ακολούθησε την Απελευθέρωση, η Ένωση Συντακτών προχώρησε σε διαγραφές των πιο προβεβλημένων εξ αυτών. Ενδεικτικά, η «Ελευθερία» της 14ης Οκτωβρίου σημειώνει ότι «πλήν των χθές αναφερθέντων διεγράφησαν της Ενώσεως Συντακτών οι Ελ. Σταυρίδης, Στ. Ευταξίας και Σ. Τραυλός». Ο αείμνηστος πρόεδρος της Ενώσεως Συντακτών Γ. Καρατζάς υποστηρίζει ότι τα τρία τέταρτα των Αθηναίων δημοσιογράφων, συνεργάστηκαν με τον παράνομο Τύπο, υπονοώντας προφανώς και αρκετούς από όσους εργαζόντουσαν στον λογοκριμένο Τύπο. Η συνεργασία με κάποιο παράνομο έντυπο πριν την Απελευθέρωση, δεν μπορούσε παρά να διευκολύνει την επαγγελματική επανένταξη των δημοσιογράφων που είχαν εργαστεί στον νόμιμο Τύπο της Κατοχής.
Ορισμένες παλιές εφημερίδες επανεκδόθηκαν με νέους τίτλους για να αποφύγουν την απαγόρευση που ίσχυε γι’αυτές μετά την Κατοχή. Το Ελεύθερον Βήμα επανεκδόθηκε στις 12 Mαΐου 1945 έχοντας παράλληλα μετονομασθεί σε «Το Βήμα».
Τα «Αθηναϊκά Νέα» επανεκδόθηκαν προσωρινά το διάστημα 18 Ιανουαρίου έως 9 Mαΐου του 1945, υπό της Eπιτροπής Eργαζομένου Προσωπικού, σε σχήμα 4ο. Tο τελευταίο φύλλο είχε ως θέμα τους πανηγυρισμούς της προηγούμενης ημέρας, Eλλήνων και Συμμάχων, για τη συντριβή της Γερμανίας. Στο ίδιο φύλλο αναγγέλθηκε η διακοπή της έκδοσης των «Aθηναϊκών Nέων»: «Όπως εδηλώθη από την πρώτην ημέραν της επανεμφανίσεώς των τα "Aθηναϊκά Nέα" εξεδίδοντο από το εργαζόμενον προσωπικόν των και το προσωπικόν του "Eλευθέρου Bήματος" και δια λογαριασμόν του συνόλου και χωρίς καμμίαν απολύτως ανάμιξιν ούτε πολιτικής ούτε οικονομικής μορφής του κ. Δ. Λαμπράκη. H έκδοσις αυτή δεν απετέλει επιχείρησιν, αλλά είχε ως μοναδικόν σκοπόν την αντιμετώπισιν των οικονομικών αναγκών του αργούντος προσωπικού και ως προϋπόθεσιν την δωρεάν χρησιμοποίησιν και εκμετάλλευσιν των τυπογραφικών εγκαταστάσεων του κ. Δ. Λαμπράκη, εφ’ όσον ούτος απείχεν της ενεργούς δημοσιογραφίας. Ήδη όμως, ότε ο κ. Δ. Λαμπράκης εκδίδει από του Σαββάτου [12 Mαΐου 1945] "Tο Bήμα" και ολίγας ημέρας αργότερον απογευματινήν "Tα Nέα". η προϋπόθεσις αυτή ελλείπει, και δια τούτο από σήμερον διακόπτεται η έκδοσις των "Aθηναϊκών Nέων"...»
Πιο περιπετειώδης υπήρξε η επανέκδοση της «Ακρόπολις» που επιχείρησε να μετονομασθεί σε «Ελεύθερα Ακρόπολις». Η συγκεκριμένη μετονομασία δεν έγινε αποδεκτή με αποτέλεσμα να κυκλοφορεί στις 30 Νοεμβρίου 1944, με ημικενό τίτλο ως «Ελεύθερα» και την επόμενη μέρα ως «Ελεύθερα Πόλις». Στις 23 Ιανουαρίου 1945, επανεκδόθηκε με το αρχικό της όνομα.
Η «Ελεύθερα Ακρόπολις» της 30 Νοεμβρίου 1944
Στη Γαλλία, διαδραματίστηκαν παρόμοια γεγονότα με εκείνα της Ελλάδος, κατά την εβδομάδα που προηγήθηκε της Απελευθέρωσης του Παρισιού στις 25 Αυγούστου 1944. Ο γερμανόφιλος Τύπος κυκλοφόρησε για τελευταία φορά στις 17 Αυγούστου ενώ είχε ξεκινήσει γενική απεργία στην οποία συμμετείχε, από τις 15 του μηνός, και η αστυνομία. Τα τελευταία φύλλα δεν έγραφαν λέξη για την απεργία ούτε για το κλίμα εξέγερσης στη γαλλική πρωτεύουσα. Ούτε ενημέρωσαν τους αναγνώστες τους για την διακοπή της έκδοσης τους. ‘Έπρεπε μέχρι το τέλος να τηρηθεί η ψευδαίσθηση της ομαλότητας. Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης και συγκεκριμένα από τις 20 Αυγούστου, οι αντιστασιακές οργανώσεις κατέλαβαν τις εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις του νόμιμου Τύπου και από τις 21 Αυγούστου, κυκλοφόρησαν οι πρώτες αντιστασιακές εφημερίδες μεγάλου σχήματος. Η χρήση των νέων εγκαταστάσεων, τους επέτρεψε να δημοσιεύσουν φωτογραφίες της εξέγερσης πριν ακόμη απελευθερωθεί η πόλη.
Στην Αθήνα αντίθετα, οι παράνομες εφημερίδες δεν μπόρεσαν να εκδοθούν άμεσα στο μεγάλο σχήμα του λογοκριμένου Τύπου της Κατοχής. Η κυβέρνηση της Απελευθέρωσης επέτρεψε την έκδοσή τους μόνο «εις το σχήμα εις το οποίον οποίον εξεδίδοντο μέχρι σήμερον δια των ίδιων μέσων και μόνον εις επίπεδα πιεστήρια» (Καθημερινά Νέα, 13-10-1944). Επίσης τα κυλινδρικά πιεστήρια και οι λινοτυπικές μηχανές με  τις τυπογραφικές τους εγκαταστάσεις επιτάχθηκαν. Διατάχθηκε η δέσμευση του υπάρχοντος στην Αθήνα, τυπογραφικού χαρτιού, σε ρολούς ή σε δεσμίδες οπουδήποτε και αν βρίσκεται και η εκτέλεση της σχετικής απόφασης ανατέθηκε στις αστυνομικές αρχές. Η συγκεκριμένη απόφαση δικαιολογείται από το γεγονός ότι δεν υπήρχε επάρκεια χαρτιού και έπρεπε να διασφαλιστεί η ισότιμη πρόσβαση των νέων εφημερίδων στα μέσα εκτύπωσης.
Οι περιορισμοί συνεχίστηκαν και τον Νοέμβριο του 1944, όποτε επιτράπηκε η χρήση κυλινδρικών μηχανών. Συγκεκριμένα, η εθνικιστική εφημερίδα «Δράσις» της 23ης Νοεμβρίου 1944, μας πληροφορεί ότι «η "ΔΡΑΣΙΣ" ίνα ανταποκριθή προς την καθ' ημέραν αυξανόμενην κυκλοφορίαν της εκδίδεται από σήμερον εις κυλινδρικά πιεστήρια. Τούτο συνεπάγεται τον περιορισμόν των διαστάσεων του φύλλου, σύμφωνως προς την σχετικήν υπουργικήν απόφασιν». Πρακτικά, την περίοδο Οκτωβρίου − Νοεμβρίου 1944 της Απελευθέρωσης, συνυπάρχουν τρία σχήματα: το μικρό (και αρχικό του παράνομου Τύπου), το μεσαίο και το μεγάλο. Το μεσαίο σχήμα είναι το επικρατέστερο και οι εφημερίδες είναι μονόφυλλες, όπως και κατά κανόνα στην Κατοχή.

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Το χαρτί των παλιών βιβλίων


Έχετε αναρωτηθεί πως γίνεται το χαρτί ενός  βιβλίου του 1830 να έχει διατηρήσει τη λευκάδα του (έστω και με σημάδια οξειδώσεων) όταν το χαρτί αρκετών πολύ μεταγενέστερων εκδόσεων π.χ. της δεκαετίας του 1950, έχει κατακιτρινίσει;
Η απάντηση βρίσκεται στον τρόπο παρασκευής του χαρτιού που άλλαξε σταδιακά μετά το 1850. Για εκατοντάδες χρόνια στη Δύση, το χαρτί παρασκευάζονταν από μακριές ίνες καθαρής κυτταρίνης από ράκη (κουρέλια), κυρίως λινού, κάνναβης ή βαμβακιού, οι οποίες απαιτούσαν λιγότερη επεξεργασία για να προσφέρουν καλή επιφάνεια γραψίματος.
Την παραδοσιακή αυτή τεχνική παραγωγής χαρτιού περιγράφει στην πιο κλασική μορφή της, η μηχανικός Δρ Θεοδώρα Φιλιππακοπούλου ως εξής: «Τα ράκη ή οι φυτικές ίνες διαβρέχονταν, αφήνονταν για ορισμένο χρόνο, βράζονταν με αλισίβα, τοποθετούνταν σε υφασμάτινες δικτυωτές τσάντες και πλένονταν με τρεχούμενο νερό, ώστε να απομακρυνθούν τα αλκαλικά συστατικά και οι ακαθαρσίες. Στη συνέχεια, χτυπούσαν (beat, από όπου προέρχεται ο όρος beater) με ξύλινες ράβδους μικρές ποσότητες του υλικού πάνω σε ξύλινους πάγκους. Ακολου­θούσε η αραίωση του πολτού με νερό σε μια δεξαμενή και η βύθιση ενός ορθογώνιου κόσκινου (mould) στη δεξαμενή. Το νερό αποστράγγιζε μέσω των ανοιγμάτων του κόσκινου και οι ίνες διαμόρφωναν το φύλλο του χαρτιού στην επιφάνεια του κόσκινου. Τα φύλλα απομακρύνονταν από το κόσκινο κι αφήνονταν να στεγνώσουν στον αέρα. Στο τέλος λείαιναν τη στεγνή επιφάνεια και πρόσθεταν κόλλα (συνήθως από σπόρους δημητριακών), για να μην ποτίζει το μελάνι.»
Η περιγραφή του τρόπου παραγωγής χαρτιού στο ελληνικό περιοδικό "Ανθολογία" του 1837 (κλικάρετε στην εικόνα για μεγένθυνση)
Συνέχεια της περιγραφής του τρόπου παραγωγής χαρτιού στο ελληνικό περιοδικό "Ανθολογία" του 1837 (κλικάρετε στην εικόνα για μεγένθυνση)
Για περισσότερα από 700 χρόνια (από τον 12ο έως τα τέλη του 18ου αιώνα) στις Δυτικές χώρες (Ευρώπη και Αμερική) το χαρτί παραγόταν από παλιά υφάσματα, τα οποία απλώς είχαν υφανθεί και δεν περιείχαν χημικές ή λευκαντικές ενώσεις. Τα ράκη κόβονταν σε μικρά κομμάτια και μετατρέπονταν σε χαρτί.
Αρχικά χρησιμοποιήθηκαν λινά ράκη, ενώ από τα μέσα του 18ου αιώνα (όταν εξαπλώθηκε η χρήση των βαμβακερών υφασμάτων) επιπλέον και βαμβακερά. Καθώς το βαμβάκι περιέχει πάνω από 90% κυτταρίνη και το λινάρι περίπου 80%, τα χαρτιά αυτά είχαν μεγάλη αντοχή και διάρκεια ζωής. Η μεγάλη ζήτηση του χαρτιού, καθώς αυξανόταν συνεχώς η έκδοση βιβλίων και η κυκλοφορία εφημερίδων και περιοδικών, σύντομα προκάλεσε έλλειψη πάνινων ρακών. Το 1666 η Αγγλική βουλή εξέδωσε διάταγμα που επέτρεπε τη χρήση μάλλινων μόνο υφασμάτων και απαγόρευε τη χρήση λινών και βαμβακερών υφασμάτων για τον ενταφιασμό των νεκρών, με στόχο να εξοικονομηθούν τα τελευταία για τις χαρτοποιίες. Με τον τρόπο αυτό εξοικονομήθηκαν 90 τόνοι ρακών σε ένα χρόνο.


Κλικάρετε στη μικρή οθόνη και δείτε ένα ενδιαφέρον
βίντεο για την δημιουργία του χαρτιού.

Το 1680 στην Ολλανδία επινοήθηκε ο πρόδρομος των σύγχρονων μηχανημάτων αποΐνωσης (beater), ο οποίος έως και σήμερα ονομάζεται «Ολλανδός» (Hollander ή pile hollandaise στη γαλλική ορολογία). Όπως σημειώνει η μηχανικός Δρ Θεοδώρα Φιλιππακοπούλου «αποτελούταν από έναν μακρύ ξύλινο κάδο στρογγυλεμένο στα δύο άκρα, στο εσωτερικό του οποίου περιστρεφόταν συμπαγής ξύλινος κύλινδρος, ο οποίος έφερε σιδερένια μαχαίρια για την αποΐνωση των ρακών. Η κινητήρια δύναμη του συστήματος παρεχόταν από την ενέργεια του ανέμου ή του νερού. Η συνεχής παροχή νερού στο μηχάνημα επιτύγχανε ταυτόχρονα με την αποΐνωση πλύσιμο και καθαρισμό των ινών από τις ακαθαρσίες». Το κέρδος σε χρόνο υπήρξε πολύ σημαντικό καθώς έγινε εφικτή η παραγωγή 50 κιλών πολτού μέσα σε 6 έως 10 ώρες, όταν παλαιότερα χρειαζόντουσαν 30 έως 40 ώρες για δέκα κιλά.
Ο "Ολλανδός"
Όπως αναφέρει το site www.piaf-archives.org της Διεθνούς Ένωσης Γαλλόφωνων Αρχείων (AIAF), ο «Ολλανδός» διαδόθηκε στη Γαλλία στο δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα. Η χρήση του είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του κόστους παραγωγής του χαρτιού αλλά και της ποιότητας. Πράγματι, τα παραδοσιακά μηχανήματα απλώς «έτριβαν» τις ίνες» ενώ ο «Ολλανδός» τις τεμάχιζε με αποτέλεσμα να είναι πιο κοντές και η παραγόμενη χαρτόμαζα να έχει λιγότερη αντοχή. Αξίζει να σημειωθεί ότι η γαλλική κυβέρνηση απαγόρευσε τη χρήση του «Ολλανδού» για την παραγωγή του χαρτιού των επίσημων έγγραφων μέχρι το 1861.
Καθώς η τυπογραφία κατανάλωνε μεγάλους όγκους χαρτιού, η πρώτη ύλη άρχισε να μειώνεται αισθητά με αποτέλεσμα να αναζητηθούν άλλες πηγές πρώτης ύλης. Μετά το 1850, οι χαρτοποιοί αντικατέστησαν σταδιακά την πρώτη ύλη από ξυλώδεις ίνες που ήταν κατά πολύ φτηνότερες, καθώς τον 19ο αιώνα υπήρχε αφθονία σε δένδρα.
Η κυτταρίνη του ξύλου όμως ήταν (και είναι) είναι χηµικώς ακάθαρτη και ασταθής, σε αντίθεση µε αυτή του βάµβακος, του λινού ή της καννάβεως, που εχρησιµοποιείτο παλαιότερα, όπως σημειώνει ο χημικός – συντηρητής αρχειακού υλικού Δρ Σπύρος Ζερβός. Το ξύλο περιέχει μια ουσία που λέγεται λιγνίνη και κιτρινίζει όταν εκτίθεται στον αέρα ή στο φως του ήλιου. Βέβαια, τα διαφορετικά είδη χαρτιού δεν έχουν την ίδια αναλογία λιγνίνης. Το χαρτί των εφημερίδων που είναι από τα φτηνότερα έχει μεγαλύτερη ποσότητα.
Αν και είχαν προηγηθεί πειραματικές παραγωγές χαρτιού από ξυλώδεις ίνες, οι πρώτες μηχανές εκτριβής (grinding) ξύλου χρονολογούνται από το 1844. Το συγκεκριμένο έτος, στη Γερμανία ο Friedrich Gottlob Keller κατασκεύασε ένα μηχάνημα θρυμμάτισης  ξύλου. Ο Keller κατόρθωσε να ξεχωρίσει τις ίνες από τη δομή του ξύλου συνθλίβοντας κομμάτια ξύλου με τη βοήθεια μιας περιστρεφόμενης και διαβρεχόμενης με νερό πέτρας. Έτσι, για πρώτη φορά παρασκεύασε μηχανική χαρτόμαζα (χρησιμοποιήθηκε για την εκτύπωση μιας εφημερίδας), προσθέτοντας όμως και ένα ποσοστό 40% ίνες από ράκη, για να αυξήσει την αντοχή της.
Ο Friedrich Gottlob Keller 
Το 1846 ο Γερμανός Heinrich Voelter, ιδιοκτήτης χαρτοποιίας, αγόρασε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας του Keller, σχεδίασε και κατασκεύασε (με τη βοήθεια του μηχανικού Voith) μηχανήματα εκτριβής σε εμπορική κλίμακα. Έτσι, τελικά το 1852 ο Voelter παρήγαγε την πρώτη μηχανική χαρτόμαζα σε βιομηχανική κλίμακα, η οποία περιείχε και ένα ποσοστό ινών από ράκη. Ταυτόχρονα, αλλά ανεξάρτητα από τον Keller, ο Charles Fenerty το 1844 ήταν ο πρώτος που έφτιαξε μηχανική χαρτόμαζα στην Αμερική (συγκεκριμένα στο Halifax του Καναδά) από ξύλο ερυθρελάτης. Όμως η πρώτη βιομηχανικής κλίμακας παραγωγή μηχανικής χαρτόμαζας στην Αμερική πραγματοποιήθηκε το 1867 στη Μασαχουσέτη, χρησιμοποιώντας μηχανήματα εκτριβής που είχαν εισαχθεί από τη Γερμανία και βασίζονταν στα σχέδια του Voelter. Σύντομα κατασκευάστηκαν στην Αμερική παρόμοια μηχανήματα. Το 1863 τυπώθηκε δοκιμαστικά για πρώτη φορά αμερικάνικη εφημερίδα (η «Boston Weekly Journal») σε μηχανική χαρτόμαζα. Το 1866 λειτούργησε στον Καναδά η πρώτη μονάδα μηχανικής χαρτόμαζας, η οποία χρησιμοποιούσε ξύλο σφενδάμνου.
Η εκβιομηχάνιση της τυπογραφίας επέφερε και άλλες σημαντικές αλλαγές. Ειδικότερα, ξεκίνησε η κατεργασία του χαρτιού με κολοφώνιο (μία ειδική ρητίνη) και θειικό αργίλιο, ώστε το μελάνι να μη διαβρέχει όλη τη σελίδα και να παραμένουν ευανάγνωστοι οι τυπωμένοι χαρακτήρες. Ετσι, αν και η χρήση των συγκεκριμένων υλικών έκανε πιο εύκολη την αδιαβροχοποίηση του χαρτιού απ’ ό,τι στο παρελθόν, όπως αποκαλύφθηκε γύρω στο 1930, είχε επίσης και σαν συνέπεια την ταχύτερη φθορά των βιβλίων.
Σύμφωνα με δηλώσεις του Σλοβένου επιστήμονα Matija Strlic από το Πανεπιστημιακό Κολέγιο του Λονδίνου, στο περιοδικό Wired, μία σελίδα που έχει κατεργαστεί με αυτό τον τρόπο έχει διάρκεια ζωής η οποία δεν ξεπερνά τα 200 χρόνια, τη στιγμή που σε ακόμη παλιότερα συγγράμματα έχουν χρησιμοποιηθεί πιο αβλαβείς πρώτες ύλες, με συνέπεια αυτά να μπορούν να παραμείνουν σε σχετικά καλή κατάσταση ακόμη κι έπειτα από μισή χιλιετία.
Το σύγχρονο χαρτί που κατασκευάζεται από µηχανικό πολτό ξύλου, εξακολουθεί να περιέχει πολλή λιγνίνη  και είναι από την κατασκευή του όξινο, σε σχέση µε αυτό, που κατασκευάζεται από χηµικό πολτό, που είναι ανθεκτικότερο και εν ολίγοις καθαρότερο. Αξίζει να σημειωθεί ότι την τελευταία δεκαετία, με τη σταδιακή στροφή στην παραγωγή αλκαλικού χαρτιού καθιερώνεται η χρήση του ανθρακικού ασβεστίου ως υλικού επιβάρυνσης και επικάλυψης του χαρτιού, επιτυγχάνονται πλέον καλύτερα αποτελέσματα τόσο στην απόδοση αλλά και την αντοχή στο χρόνο.
Η κατώτερη ποιότητα του χαρτιού που χρησιμοποιήθηκε μετά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, έχει ως αποτέλεσμα τη φθορά μεγάλου μέρους του βιβλιακού και αρχειακού υλικού. Σύμφωνα με άρθρο του προϊστάμενο της Υπηρεσίας Συντηρήσεως, Αποκαταστάσεως και Μικροφωτογραφήσεως της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος Βασίλη Πελτίκογλου, το 2008, το 30-35% των βιβλίων της Εθνικής Βιβλιοθήκης είναι φθαρµένο και όξινο. Το ποσοστό αυτό είναι ένα από τα υψηλότερα στην Ευρώπη.
Η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος
Ενδεικτικά ο κ. Πελτίκογλου αναφέρει πως σε έρευνα που έγινε σε συλλογές µε σύγχρονο χαρτί, της περιόδου 1800-1990 στην Ολλανδία, αποδείχθηκε ότι στα Γενικά Αρχεία της Ολλανδίας, το 1,5% του χαρτιού είναι εύθρυπτο και το 6,3% είναι εξασθενηµένο και απώλεσε την αρχική του παγιότητα, το 2,2% είναι εύθρυπτο και το 4,4% απώλεσε την αρχική του παγιότητα στη Royal Library. Στη Γερµανία το 12-16% των βιβλιακών συλλογών έχουν όξινο και εύθρυπτο χαρτί. Στα 100 εκατοµµύρια βιβλία, περίπου, που φυλάσσονται στις ιταλικές βιβλιοθήκες, το 30-40% του χαρτιού είναι φθαρµένο. Επίσης το 20% περίπου των βιβλίων στην Γαλλία έχουν φθαρµένο χαρτί. Στην περίπτωση της Ελλάδος δεν έχουµε εθνικό στατιστικό πίνακα φθορών του βιβλιακού και αρχειακού υλικού.
Το 1994, η ISO (International Standard Organisation), δημοσίευσε τη νόρμα ISO 9706 μη όξινου (acid free) χαρτιού μακράς διαρκείας (Permanent Paper). Ο νέος αυτός τύπος ποιότητας χαρτιού έχει µεγάλη χηµική σταθερότητα και αντιστέκεται στις προσβολές µικροβίων. Κατασκευάζεται από ίνες βάµβακος, λινού ή και ξύλου υπό την προϋπόθεση να έχουν αφαιρεθεί όλα τα επιβλαβή υλικά από την κυτταρίνη.  Δεν περιέχει ενισχυτικά λαμπρότητας (optical brighteners), που χρησιµοποιούνται για την καλή οπτική εµφάνιση, όπως επίσης και λιγνίνη, Το ποσοστό των µεταλλικών αλάτων είναι ελεγχόµενο. Έχει ικανή εναποθήκευση σε ανθρακικό ασβέστιο, για να έχει τη δυνατότητα αντιµετώπισης της οξύτητας. Δεν έχει θαµπότητα και κολλαρίζεται µε ουδέτερη κόλλα, για να έχει την απαιτούµενη παγιότητα και ελαστικότητα. Παράλληλα, η ISO δημιούργησε τη νόρμα  ISO 11108 για το χαρτί αρχείου (Archival Paper). Πρόκειται για ένα χαρτί ακόμη υψηλότερων προδιαγραφών που συστήνεται για εκδόσεις μεγάλης αξίας. Πέρα από την αντίσταση στη φθορά του χρόνου, το χαρτί αρχείου έχει σχεδιαστεί ώστε να παρουσιάζει ιδιαίτερη ανθεκτικότητα και στη φθορά λόγω χρήσης. Είναι προφανές ότι τα συγκεκριμένα είδη χαρτιού είναι ακριβότερα.


                   Η υπεροχή της παράδοσης

Μουσείο παραδοσιακής χαρτοποίιας σε παλιό μύλο στη Γαλλία
Παρά την εξέλιξη της τεχνολογίας παραγωγής χαρτιού και τη διόρθωση εσφαλμένων πρακτικών παλαιότερων δεκαετιών, οι συλλέκτες τείνουν να εμπιστεύονται περισσότερο την ποιότητα των φύλλων των βιβλίων που έχουν εκδοθεί πριν το 1850.
Το κύρος των παραδοσιακών υλικών επιβεβαιώνεται άλλωστε και από την ίδια την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα: τα χαρτονομίσματα του ευρώ δεν κατασκευάζονται από ίνες ξύλου αλλά από ίνες βάμβακος.  Εξάλλου, μετρήσεις που έχουν γίνει από επιστήμονες όπως ο γερμανός χημικός Δρ Dieter Klemm, αναδεικνύουν την ποιοτική υπεροχή της ίνας βάμβακος η οποία έχει μέσο μήκος 9.000 μm όταν το αντίστοιχο μήκος μίας ίνας πεύκου είναι μόλις 3100 μm.
Ορισμένες χαρτοβιομηχανίες έχουν επιχειρήσει να φτιάξουν χαρτί που να έχει παρόμοια χαρακτηριστικά με το παραδοσιακό του 18ου αιώνα. Ωστόσο, ο γάλλος χαρτοποιός Jacques Bréjoux υποστηρίζει ότι αποτελούν απομιμήσεις λιγότερο καλής ποιότητας: «Τη δεκαετία του 60, η διαλογή των κουρελιών έγινε δύσκολη εξαιτίας της ύπαρξης συνθετικών υλικών στα υφάσματα. Έτσι αντικαταστάθηκαν από πρωτογενή υλικά όπως στουπιά λίνου και κάνναβης, χνούδια βάμβακος (ίνες υπερβολικά κοντές για να νηματοποιηθούν) ή μπανάνα Μανίλας (που καλλιεργείται αποκλειστικά για τις ίνες της). Ακόμη και όταν πετυχαίνουν την αναπαραγωγή της αισθητικής όψης ενός χαρτιού του 18ου αιώνα, αναμειγνύοντας εύθρυπτο βαμβάκι και σκληρό λινό δεν παύει να είναι ένα χαρτί το οποίο περιέχει τουλάχιστον κατά 60% ένα υλικό που δεν χρησιμοποιούνταν πριν από τον 19ο αιώνα. Δεν αντιδρά με τον ίδιο τρόπο στο περιβάλλον, με το λινό ή την κάνναβη. Δεν μπορεί να έχει τις ίδιες ιδιότητες με το χαρτί του οποίου αποτελεί απομίμηση. Δεν υπάρχει τίποτα πιο φυσικό από αυτά τα κομμάτια υφάσματος, τα λερωμένα από τον ιδρώτα, τα λίπη και το πύον. Που βρασμένα και ξαναβρασμένα σε αλκαλικές μπουγάδες, χτυπημένα και στημένα, κατέληξαν στο σακούλι ή στο καρότσι του ρακοσυλλέκτη και μετατράπηκαν εν τέλει σε πολτό. Η απάραμιλλη ποιότητα του προβιομηχανικού χαρτιού, η ευελιξία, η ακαμψία, η αντοχή και η απαλότητα του, οφείλονται σε όλες αυτές τις μεταμορφώσεις καθώς και στην τέχνη του μάστορα χαρτοποιού».
Σήμερα υπάρχουν ακόμη μερικοί μύλοι στην Ευρώπη, που φτιάχνουν χαρτί με τον παραδοσιακό τρόπο, σε μικρές ποσότητες.

Σχετικά links: